Το Βαβούρι είναι ένα πανέμορφο χωριό που βρίσκεται στους γραφικούς πρόποδες του όρους Μουργκάνα, στο νομό Θεσπρωτίας, στην ακριτική περιοχή της Ηπείρου, πολύ κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Το χωριό είναι χτισμένο σε υψόμετρο 675 μέτρων, προσφέροντας μαγευτική θέα και καθαρό αέρα. Περιβάλλεται από ένα εντυπωσιακό τοπίο καταπράσινων δέντρων, όπως πουρνάρια, κουμαριές και κουτσουπιές, δημιουργώντας έναν φυσικό παράδεισο για τους λάτρεις της φύσης.

Σε απόσταση μόλις 2,5 χιλιομέτρων προς τα ανατολικά, βρίσκεται το γραφικό χωριό Λιας, ενώ στα δυτικά, σε απόσταση 5 χιλιομέτρων, συναντάμε το χωριό Τσαμαντάς, με τις δικές τους ιδιαίτερες ομορφιές και πολιτιστικές παραδόσεις. Στα νότια του Βαβουρίου απλώνεται μια εκτεταμένη περιοχή περίπου 80 τετραγωνικών χιλιομέτρων, καλυμμένη από ένα πυκνόφυτο δάσος γεμάτο οπωροφόρα δέντρα, προσφέροντας άφθονους καρπούς και καταφύγιο για πολλά είδη άγριας ζωής.

Η τοποθεσία του Βαβουρίου, με την φυσική της ομορφιά και το πλούσιο φυσικό περιβάλλον, το καθιστά έναν ιδανικό προορισμό για όσους αναζητούν ηρεμία, χαλάρωση και μια αυθεντική εμπειρία κοντά στη φύση.

Το Βαβούρι υδρεύεται από το καθαρό και κρυστάλλινο νερό του όρους Μουργκάνας, το οποίο είναι απαλλαγμένο από άλατα και διάφορες ουσίες. Το νερό αυτό κυλάει σε πολλές παραδοσιακές βρύσες που βρίσκονται σε στρατηγικά σημεία του χωριού όπως είναι:

  1. Η Λεύκα: Βρίσκεται εντός του χωριού και περιβάλλεται από μια μικρή πλατεία με έναν εντυπωσιακό πλάτανο, προσφέροντας δροσιά και σκιά στους κατοίκους. (Δείτε περισσότερα)
  2. Η Μπιτσινάρα: Βρίσκεται στα δυτικά, λίγο έξω από το χωριό, προσφέροντας φρέσκο νερό στους περαστικούς. (Δείτε περισσότερα)
  3. Ο Μπούρος: Βρίσκεται στα νότια του χωριού. (Δείτε περισσότερα)
  4. Το Πανιπέρι: Με τη φήμη ότι διαθέτει το καλύτερο νερό για την παρασκευή ελληνικού καφέ, δημιουργώντας τέλειο καϊμάκι, σύμφωνα με τις διηγήσεις των παλιών. (Δείτε περισσότερα)
  5. Η “Κρανιά του Λάκκου” (Δείτε περισσότερα)

Το 1965, με τη χρηματοδότηση της κοινότητας και υπό την προεδρία του Γρηγόρη Καραμπίνα, καθώς και με τη βοήθεια Άγγλων φοιτητών που προσέφεραν εθελοντικά την εργασία τους, το Βαβούρι κατάφερε να αποκτήσει τρεχούμενο νερό σε κάθε σπίτι. Από τις πηγές της “Κερασιάς” και του “Γκίνικα”, που βρίσκονται ψηλά στο βουνό της Μουργκάνας, συγκεντρώθηκε το νερό και στη συνέχεια κατασκευάστηκε μια μεγάλη δεξαμενή στην κορυφή του χωριού. Από εκεί ξεκίνησε η κατασκευή του δικτύου ύδρευσης.

Λόγω της αυξημένης ζήτησης και της ανεπάρκειας του νερού, το 1986 κατασκευάστηκε αντλιοστάσιο, το οποίο εξασφαλίζει την παροχή νερού από την πηγή του “Μπούρου” στη δεξαμενή κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, διασφαλίζοντας έτσι την επάρκεια νερού για όλο το χωριό.

Με την αγάπη και την αφοσίωση των κατοίκων του, το Βαβούρι κατάφερε να αναπτύξει ένα αξιόπιστο και αποδοτικό σύστημα ύδρευσης, αξιοποιώντας στο έπακρο τους φυσικούς πόρους της περιοχής.

Δεν έχουμε ακριβή ιστορικά στοιχεία για την ίδρυση του χωριού. Ωστόσο, διάφορες απόψεις και θεωρίες έχουν διατυπωθεί ανά τα χρόνια. Σύμφωνα με μια από αυτές, το χωριό αρχικά χτίστηκε νοτιοανατολικά της Ιεράς Μονής Αγίου Αθανασίου, στη θέση «Αγραπιδιές». Αργότερα, οι κάτοικοι μετακινήθηκαν βορειότερα, όπου βρίσκεται η σημερινή του θέση.

Υπάρχουν ενδείξεις που υποστηρίζουν ότι το χωριό ιδρύθηκε κατά τα Βυζαντινά χρόνια. Για παράδειγμα, το γειτονικό χωριό Καμύτσανη και η Ιερά Μονή του αναφέρονται ήδη από το 560 μ.Χ. Βάσει αυτών των στοιχείων, καθώς και της χρονικής τοποθέτησης της ίδρυσης της Ιεράς Μονής Αγίου Αθανασίου στα Βυζαντινά χρόνια, είναι πιθανό ότι υπήρχε κοντά ένας οικισμός, πιθανώς το «Μπαμπούρι», ο οποίος μετακινήθηκε αργότερα στη σημερινή του τοποθεσία χωρίς να αλλάξει την ιδιοκτησία του.

Η μετακίνηση των κατοίκων πιθανολογείται ότι έγινε κατά τη διάρκεια επιδρομών εναντίον του Βυζαντίου. Κατά τη διάρκεια αυτών των ταραχών, ένας αριθμός κατοίκων εγκαταστάθηκε στο απροσπέλαστο φρούριο της Μουργκάνας. Επιπλέον, δεν αποκλείεται η μετακίνηση να έγινε και λόγω επιδρομών από Μωαμεθανούς κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Είναι γνωστό ότι στο νέο χωριό εγκαταστάθηκαν άνθρωποι από τα χωριά Καρόκι, Κονίσπολη, Σωτήρα και Πέπελη. Ωστόσο, το σίγουρο είναι ότι στο Βαβούρι δεν εγκαταστάθηκε ποτέ Μωαμεθανός.

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, η περιοχή της Μουργκάνας ήταν συχνά στόχος επιδρομών λόγω της ανάπτυξης της. Το «κάστρο της πόλης» του χωριού Λια ήταν γνωστό την εποχή του βασιλιά της Ηπείρου, Πύρρου (318-272 π.Χ.). Πάντως, είναι γενικά παραδεκτό ότι στην περιοχή προϋπήρχε οικισμός πριν από τα Βυζαντινά χρόνια, γεγονός που υποδεικνύει μια μακρά ιστορική συνέχεια στην κατοίκηση της περιοχής.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Παν. Αραβαντινό η λέξη «Μπαμπούρι» σημαίνει γερούς άντρες. Η λέξη «Μπούρας» σημαίνει στην αλβανική γλώσσα «γερός άντρας», η δε ονομασία του χωριού, κατά το λαογράφο Βασίλη Μπαρά, προέρχεται από τη φράση «Μπαμ- μπούρα» μου που σημαίνει « ρίξε παλικάρι μου». Από άλλους υποστηρίζεται, ότι το όνομα προήλθε από μία Βάβω ή Μπάμπω, που είχε το όνομα «Μπούρη», στο άκουσμα του οποίου οι επιδρομές κατά των κατοίκων του χωριού τρέπονταν σε φυγή.

Γεγονός ότι τα χωριά Βαβούρι, Λιας, Τσαμαντάς που είναι και όμοια στην αρχιτεκτονική τους, υπήρξαν αδούλωτα κέντρα εθνικής αντιστάσεως και πράξεων αξιών ζωής.

Το Βαβούρι ανέδειξε γενναίους άνδρες, οι οποίοι προσέφεραν πολλά στους αγώνες του έθνους, με αρκετά θύματα στο πεδίο της μάχης. Ένας από αυτούς ήταν ο Καπετάν Ντόμαρης, γνωστός για την ανδρεία και τη θυσία του. Ο Ντόμαρης είχε έναν γιο, τον Σταύρο, που ήταν παντρεμένος με την κόρη του ηγούμενου της Ιεράς Μονής Αγίου Αθανασίου.

Ο Καπετάν Δημήτρης Ντόμαρης ηγήθηκε της ομάδας των επαναστατών «Πανοχωριανοί» εναντίον των Τούρκων. Σε μια σύσκεψη διαπραγματεύσεων με τους Τούρκους, ο Καπετάν Ντόμαρης δολοφονήθηκε με δόλο, καθώς τον δηλητηρίασαν.

Ο γιος του, Σταύρος Ντόμαρης, ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του στην αντίσταση. Μαζί με τον δικό του γιο, τον Γιάννη, ένα παλικάρι μόλις 25 χρονών, πολέμησαν γενναία σε μια συμπλοκή με πολυάριθμο τουρκικό απόσπασμα κοντά στη Βέλλα. Παρά την ηρωική τους αντίσταση, πατέρας και γιος σκοτώθηκαν στη μάχη.

Επιπλέον, πολλοί Βαβουριώτες συμμετείχαν με ανδρεία και πατριωτισμό στους εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες. Ορισμένοι από αυτούς επέστρεψαν από την Αμερική, καθώς είχαν την Ελλάδα στην καρδιά τους και ήθελαν να δουν την Ήπειρο ελεύθερη. Σύμφωνα με την ιστορία, οι Γκόρτσος Κωνσταντίνος, Κούβαρος Οδυσσέας, Πάντος Γρηγόριος και Παπαφωτίου Δημήτριος ηγήθηκαν αντάρτικου σώματος που ανήκε στον Ελεύθερο Ελληνικό Στρατό και έδωσαν την πρώτη νικηφόρα μάχη κατά των Τούρκων στην Κεραμίτσα και σε άλλα σημεία μέχρι την απελευθέρωση το 1913. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Γκόρτσος Κωνσταντίνος έγινε οπλαρχηγός και το 1912, με την ανακήρυξη της αυτονομίας της Ηπείρου, ύψωσε την Ελληνική Σημαία στο Μπεράτι.

Οι ήρωες αυτοί άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους στην ιστορία του Βαβουρίου, προσφέροντας θάρρος, θυσίες και αγάπη για την πατρίδα, εμπνέοντας τις μελλοντικές γενιές.

Τα όρια της κοινότητας Βαβουρίου εκτείνονται ανατολικά προς το χωριό Λια, με φυσικά σύνορα στη θέση «Λιθαράκια», περίπου 1,5 χιλιόμετρο έξω από το χωριό. Δυτικά, τα όρια φτάνουν μέχρι το χωριό Τσαμαντά, με τη θέση «Ζώτου» να αποτελεί το ενδιάμεσο σημείο της διαδρομής. Νοτιοδυτικά, το χωριό συνορεύει με την Καμύτσιανη, όπου υπάρχει μια μεγάλη αγροτική ιδιοκτησία και απέναντι βρίσκεται ο κάμπος των Πανταίων.

Νότια του Βαβουρίου απλώνεται ένα εκτεταμένο δάσος που φτάνει μέχρι τις απέναντι ράχες, όπου βρίσκονται τα χωριά Λίμποβο και Αχούρια Βαβουρίου, γνωστό σήμερα ως κοινότητα «Πλάτανος». Η περιοχή αυτή χαρακτηρίζεται από πυκνή βλάστηση και πλούσια πανίδα, καθιστώντας την ιδανική για περιπάτους και εξερευνήσεις στη φύση.

Όσον αφορά την ιδιοκτησία του βουνού Πλόκιστα, το μεγαλύτερο μέρος του ανήκει σε Βαβουριώτες. Μέχρι και το 1930, οι κάτοικοι καλλιεργούσαν τα εδάφη της περιοχής, εκμεταλλευόμενοι τη γόνιμη γη για γεωργικές δραστηριότητες. Το βουνό Πλόκιστα αποτελεί σημαντικό κομμάτι της τοπικής ιστορίας και κληρονομιάς, προσφέροντας πόρους και προστασία στους κατοίκους.

Η γεωγραφική θέση του Βαβουρίου, με τα φυσικά του όρια και τις εκτεταμένες δασικές εκτάσεις, δημιουργεί ένα μοναδικό τοπίο που συνδυάζει την ομορφιά της φύσης με την ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής. Οι κάτοικοι, με σεβασμό στη γη και την παράδοση, συνεχίζουν να διατηρούν και να αξιοποιούν την περιοχή, συμβάλλοντας στη διατήρηση της φυσικής ομορφιάς και της πολιτιστικής ταυτότητας του Βαβουρίου.

Το θρησκευτικό συναίσθημα των Βαβουριωτών και των κατοίκων του χωριού, που αυξάνονταν με το πέρασμα των χρόνων, υπήρξε πάντα υψηλό, βαθύ, αγνό και θεμελιώδες. Απόδειξη αυτού είναι η διατήρηση των πέντε εκκλησιών του χωριού, οι οποίες σχηματίζουν σταυρό στο χάρτη του χωριού.

Κοίμηση της Θεοτόκου

Η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, ένας ναός Βασιλικού ρυθμού και η μεγαλύτερη από όλες τις εκκλησίες του χωριού, η οποία λειτουργεί ως καθεδρικός ναός. Η ανέγερσή της τοποθετείται στην περίοδο 1850-1865 και σύμφωνα με στοιχεία, ανακαινίστηκε το 1913. Το καμπαναριό της εκκλησίας είναι κατασκευασμένο από πελεκητή άσπρη πέτρα, ενώ το εσωτερικό της είναι στρωμένο με άσπρες τετράγωνες και ορθογώνιες πλάκες. Η πλατεία της εκκλησίας είναι μεγάλη και στην ανατολική της πλευρά βρίσκεται το «Ηρώο των Πεσόντων» από τους πολέμους του 1912-13, του 1921-22 και του 1940.

Στο κέντρο της πλατείας υπήρχε μέχρι το 1985 ένας τεράστιος φτελιάς, με τον κορμό του να φτάνει τα 4-5 μέτρα. Αυτό το δέντρο υπήρξε μάρτυρας της λαμπρής ιστορίας αιώνων του Βαβουρίου και ήταν γνωστό τόσο στους ντόπιους όσο και στους επισκέπτες που το αποκαλούσαν «Παρίσι της Μουργκάνας». Στον παχύ του ίσκιο έβρισκαν ανάπαυση οι γέροντες, οι άντρες συζητούσαν για επαγγελματικά και οικογενειακά θέματα και οι νέοι έπλαθαν τα πρώτα τους όνειρα. Στις συντροφιές των μεγάλων ακούγονταν ιστορίες, παροιμίες, ανέκδοτα και ατελείωτες αφηγήσεις για τα ταξίδια στον Ηπειρωτικό χώρο, την Πελοπόννησο και την Αττική.

Η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου και η πλατεία της συνεχίζουν να αποτελούν το κέντρο της θρησκευτικής και κοινωνικής ζωής του χωριού, μαρτυρώντας την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά και την αφοσίωση των κατοίκων στη θρησκεία και τις παραδόσεις τους. Η ιστορία και η παράδοση του Βαβουρίου διατηρούνται ζωντανές, εμπνέοντας τις νέες γενιές και κρατώντας ισχυρούς τους δεσμούς της κοινότητας

Άγιος Νικόλαος

Ο Άγιος Νικόλας είναι η αρχαιότερη εκκλησία του χωριού και παραμένει μέχρι σήμερα το νεκροταφείο της κοινότητας. Ο χώρος γύρω από την εκκλησία είναι κατάφυτος από μεγάλα κυπαρίσσια και ένα εντυπωσιακό πεύκο, που προσφέρουν σκιά και μια αίσθηση ηρεμίας. 

Άγιος Χριστόφορος

Η παλιά εκκλησία του Αγίου Χριστόφορου, αν και μισοκατεστραμμένη, ανακαινίστηκε την περίοδο 1960-1962 με προσωπικά έξοδα χωριανού, ο οποίος την αποκατέστησε ως τάμα για την ανάρρωση της κόρης του. Μπροστά από την εκκλησία απλώνεται μια μεγάλη πλατεία, γνωστή ως «Το Ραδίο». Το 1970, με κινήσεις Βαβουριωτών το κράτος χορήγησε ένα αξιόλογο ποσό, με αποτέλεσμα η πλατεία να περιφραχθεί και να αποκτήσει ως σήμα ένα μεγαλοπρεπή εξώστη, από όπου οι επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν την υπέροχη θέα στα καταπράσινα τοπία της περιοχής. Επιπλέον, το 1982 κατασκευάστηκε στην πλατεία το πνευματικό κέντρο του χωριού, προσφέροντας ένα χώρο συνάντησης και πολιτιστικών εκδηλώσεων για την τοπική κοινότητα.

Αγιος Αθανάσιος – Ο Θαυματουργός

Κάθετα στην οριζόντια γραμμή των τριών εκκλησιών του χωριού βρίσκονται και τα 2 εξωκλήσια. Στο νότιο μέρος βρίσκεται η Μονή του Αγίου Αθανασίου, η οποία χρονολογείται από το 1750. Ο ρυθμός της εκκλησίας υποδηλώνει ότι η κατασκευή της μπορεί να χρονολογείται από τα βυζαντινά χρόνια. Ο ναός του Αγίου Αθανασίου είναι θολωτός με τρούλο και διαθέτει εσωτερική εικονογράφηση. Το μοναστήρι υπέστη πυρπόληση από τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της περιόδου 1941-1942, καταστρέφοντας τις αγιογραφίες χωρίς να υποστούν ζημιά οι τοίχοι του. Η καταστροφή περιλάμβανε τα κελιά, τα στάβλους και τις αποθήκες της Μονής.

Το μοναστήρι του Αγίου Αθανασίου διέθετε μεγάλη περιουσία, συμπεριλαμβανομένων χωραφιών, ελαιώνων, κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων με γίδες και βοοειδή. Σημαντικοί Ηγούμενοι πέρασαν από εδώ, με τον τελευταίο από τους Δολιανά να είναι ο Χριστόφορος, ο οποίος μετακόμισε στη Μονή Μακραλέξη. Για χρόνια, η Μονή υπηρετούσε ο κτηνοτρόφος Θωμάς, ο οποίος αργότερα έγινε καλόγερος. Μετά από περίπου πενήντα χρόνια, η τελευταία καλόγρια της μονής ήταν η Χρύση Γάταινα, η οποία κοιμήθηκε το 1970 και από τότε η Μονή παραμένει κλειστή.

Από τότε, με πρωτοβουλίες διαφόρων Βαβουριωτών, το μοναστήρι έχει ανακαινιστεί, η αυλή του έχει πλακωστροθεί και προσφέρει σε κάθε επισκέπτη ένα σημείο γαλήνης και πνευματικής ηρεμίας.

Ο Άγιος ο Θαυματουργός

Ο Άγιος Αθανάσιος είναι γνωστός για τα θαύματα που συνδέονται με το νερό του. Το νερό του αγίου θεωρείται θαυματουργό και πιστοί από όλα τα χωριά της Μουργκάνας επισκέπτονται τον Ηγούμενο της Μονής, ο οποίος ευλογεί το νερό από τα λείψανα του Αγίου. Το νερό δίνεται στους πιστούς λέγοντας το όνομα του θεραπευόμενου. Υπήρχε ένας ιδιαίτερος τρόπος για να πάρει κανείς το νερό του Αγίου: έπρεπε να ξεκινήσει βουβός από το σπίτι του και να μη μιλήσει σε κανέναν κατά τη διάρκεια του δρόμου. Όταν έφτανε στη Μονή, ο Ηγούμενος ή η Καλόγρια έβλεπε τον πιστό, τοποθετούσε το νερό σε ένα καλάμι το το ευλογούσε και το έδινε στον πιστό σε ένα μπουκάλι. Κατά τη διάρκεια της επιστροφής του, ο πιστός έπρεπε να είναι πάλι βουβός.

Το λείψανο του Αγίου Αθανασίου (τίμια χείρα) φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Γηρομερίου και οποιοσδήποτε μπορεί να ζητήσει άδεια από τον Ηγούμενο της μονής για να το προσκυνήσει.

Προφήτης Ηλίας

Στα βόρεια της γραμμής των εκκλησιών βρίσκεται η εκκλησία του Προφήτη Ηλία. Πρόκειται για μια μικρή αλλά εντυπωσιακή εκκλησία, που προσφέρει πανέμορφη θέα στην περιοχή. Η πρόσβαση σε αυτήν την εκκλησία γίνεται μέσω ενός γραφικού μονοπατιού που ξεκινά από το χωριό, κάνοντάς την ιδανικό προορισμό για όσους αναζητούν ηρεμία και πνευματική ανάταση.

Τα 7 Εικονίσματα

Στο Βαβούρι υπάρχουν επτά εικονίσματα των Αγίων, τα οποία θεωρούνται φύλακες κακών δαιμόνων και έχουν μεγάλη σημασία για τους κατοίκους της περιοχής.

Περπατώντας στο παλιό μονοπάτι από τη Μονή Αγίου Αθανασίου και περίπου στη θέση “Ακουμπίστρες”, όπου οι γυναίκες ξεκουράζονταν από το ζαλισμένο ταξίδι τους, στο υψηλότερο σημείο βρίσκεται το εικόνισμα του Αγίου Νικολάου.

Σε παράλληλο δρόμο με τις Ακουμπίστρες είναι ο ανηφορικός δρόμος του Βλάση, ενώ στη μέση της διαδρομής βρίσκονται τα εικονίσματα των Αγίων Χριστοφόρου και Γεωργίου.

Ανατολικά του χωριού, κατά μήκος του δρόμου προς το Λια, βρίσκουμε το εικόνισμα του Αγίου Χαράλαμπου, το οποίο το 1970 ανακαινίστηκε και μετατράπηκε σε μικρό εκκλησάκι από τον χωριανό Νικόλα Καραμπίνα.

Στα δυτικά του χωριού, στη θέση “Λίσβας”, βρίσκουμε το εικόνισμα του Αγίου Γεωργίου, που ήταν και ένα αγαπημένο σημείο περιήγησης για τους μαθητές του σχολείου.

Πριν την είσοδο του χωριού βρίσκεται το εικόνισμα του Αγίου Κοσμά, ο οποίος πέρασε από το Βαβούρι μεταξύ των ετών 1774 και 1776.

Το Δημοτικό Σχολείο του Βαβουρίου είναι ένα ιστορικό πέτρινο κτίριο που χτίστηκε την περίοδο 1920-1922 με τη χρηματοδότηση των συγχωριανών που ζούσαν στην Αμερική, αποδεικνύοντας τη στενή σύνδεση της διασποράς με την πατρίδα τους. Το σχολείο αυτό διαθέτει δύο ευρύχωρες αίθουσες διδασκαλίας και υπόγειες αποθήκες, αντανακλώντας την αρχιτεκτονική και τις κατασκευαστικές τεχνικές της εποχής. Στο ίδιο κτίριο βρίσκεται επίσης και το κοινοτικό γραφείο του χωριού, καθιστώντας το κέντρο της τοπικής ζωής και διοίκησης.

Κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, το σχολείο γνώρισε άνθηση, φιλοξενώντας περισσότερους από 130 μαθητές. Αυτό αποδεικνύει τη ζωντάνια και τη δραστηριότητα της κοινότητας εκείνης της εποχής. Ωστόσο, τα γεγονότα του 1954 οδήγησαν σε σταδιακή ερήμωση του σχολείου, αντανακλώντας τις κοινωνικές και δημογραφικές αλλαγές που επηρέασαν την περιοχή.

Το 1954 το σχολείο επαναλειτούργησε, αυτή τη φορά εξυπηρετώντας μαθητές από τα γειτονικά χωριά Λια, Τσαμαντά, Λίστα και Βαβούρι. Η συνένωση αυτή αποτέλεσε μια σημαντική προσπάθεια να διατηρηθεί η εκπαιδευτική δραστηριότητα στην περιοχή, παρά τις προκλήσεις που αντιμετώπιζαν οι τοπικές κοινότητες. Το σχολείο του Βαβουρίου συμβολίζει την επιμονή και την αφοσίωση των κατοίκων στην εκπαίδευση και τη διατήρηση της τοπικής κληρονομιάς.

Τοπία και Τοπωνύμια

Στο Βαβούρι, όπως και στα υπόλοιπα χωριά της Μουργκάνας, υπήρχαν “μαχαλάδες” (γειτονιές). Δεν υπήρχαν οδοί και διευθύνσεις, παρά μόνο τοπωνύμια που χρησίμευαν στους κατοίκους για να γνωρίζουν το χωριό.

  1. **Ραδιό**: Η μεγάλη πλατεία του χωριού όπου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Χριστόφορου και το Πνευματικό Κέντρο της κοινότητας.
  2. **Αλώνια**: Η πλατεία της εκκλησίας Κοίμησης Θεοτόκου και η κεντρική πλατεία του Βαβουρίου. Στην πλατεία υπήρχε ένας πελώριος φτελιάς, ηλικίας πάνω από 500 ετών. Εκεί πραγματοποιούνταν όλες οι εκδηλώσεις του χωριού, όπως γάμοι και συγκεντρώσεις μετά τη Θεία Λειτουργία, προσελκύοντας χωριανούς, μικροπωλητές και επισκέπτες. 
  3. **Πολυβάδα**: Βρίσκεται στο βορειοανατολικό μέρος του χωριού, πάνω από τη βρύση «Λεύκα», όπου υψώνεται ένας πελώριος γρανιτικός βράχος. 
  4. **Κούλα**: Στο νοτιοδυτικό μέρος του χωριού, όπου υπάρχει μια πλατεία. Η ονομασία «Κούλα» σημαίνει σκοπιά.
  5. **Κιτσεντάρι**: Κοινοτική πλατεία στο νότιο μέρος του χωριού, που χρησιμοποιούνταν κυρίως από τα παιδιά ως παιδότοπος.
  6. **Λεύκα**: Βρύση του χωριού με δροσερό, φυσικό και κρύο νερό που βγαίνει κατευθείαν από το βουνό. Μπροστά στη βρύση υπάρχει ένας μεγάλος και γερός πλάτανος.
  7. **Μπιτσινάρα**: Βρύση του χωριού στα δυτικά, έξω από το χωριό, με όμορφο τοπίο από πλατάνια και δροσερό νερό. Προς τα κάτω, απλώνεται μια μεγάλη ρεματιά με πλατάνια, που φτάνει μέχρι το κάμπο και ενώνεται με το φαράγγι του Γκόζιακα.
  8. **Πανιπέρι**: Βρύση του χωριού στο νότιο μέρος, ακριβώς κάτω από την πλατεία Κιτσεντάρι. Ήταν από τις πολυσύχναστες βρύσες του χωριού, καθώς από εκεί ξεκινούσε το μονοπάτι προς τις «Ακουμπίστρες» και κατέληγε στην Ιερά Μονή Αγίου Αθανασίου
  9. **Μπούρος**: Στο νοτιοδυτικό μέρος του χωριού, κάτω από το Ραδιό, βρίσκονται οι πηγές του Μπούρου. Παλαιότερα, το νερό της βρύσης τροφοδοτούσε τους κήπους ορισμένων οικογενειών, ενώ σήμερα τροφοδοτεί το αντλιοστάσιο του χωριού, που κατασκευάστηκε το 1984.
  10. **Σπίτας**: Ένας μεγαλοπρεπής καταρράκτης στα ανατολικά του χωριού, ύψους 30-40 μέτρων, που τον χειμώνα κατεβάζει βρόχινα νερά της Μουργκάνας.
  11. **Τρύπα του Βουνού**: Μια σπηλιά με άνοιγμα 15 μέτρα, σε ψηλό σημείο πάνω από τον καταρράκτη Σπίτα. Παρά τις έρευνες, η σπηλιά στενεύει σε σημείο που δεν επιτρέπει περαιτέρω εξερεύνηση. Ο ήχος των νερών που κυλάνε μέσα στη σπηλιά προκαλεί δέος. Λέγεται ότι το νερό αυτό βγαίνει στο Κεφαλόβρυσσο, γνωστό και ως «Μάνα του νερού».
  12. **Σιάδια**: Περιοχή πάνω από τη βρύση «Κρανιές του Λάκκου», με έναν μεγάλο λόφο και πεδινές εκτάσεις. 
  13. **Λεγούνια**: Νοτιοανατολικά του χωριού, πηγαίνοντας προς το χωριό Λια. Οι Βαβουριώτες καλλιεργούσαν δημητριακά, οπωροκηπευτικά και αμπέλια στην περιοχή αυτή.
  14. **Κληματιά**: Τοποθεσία στο δυτικό μέρος του χωριού, με μια εξαιρετική βρύση και καλό νερό. Δίπλα στην Κληματιά υπάρχει ένας μεγάλος πλάτανος.
  15. **Αργαλότρυπα**: Στην κορυφή της βρύσης «Μπιτσινάρα», επάνω στη λακιά προς το δάσος, υπάρχει ένα μικρό σπήλαιο που χρησιμοποιήθηκε ως κρυψώνα από τους κατοίκους.
  16. **Κρανιές του Λάκκου**: Μετά το εικόνισμα του Άγιου Χαραλάμπου, στην πρώτη στροφή, βρίσκονται οι «Κρανιές του Λάκκου». Εκεί υπάρχει μια βρύση και ένας λάκος με μεγάλα πλατάνια. Σύμφωνα με τον μύθο, τη νύχτα εμφανίζονται φαντάσματα και είναι στέκι σαϊταναραίων και νεράιδων.
  17. **Κερασιά**: Τοποθεσία βόρεια του χωριού, ψηλά στο βουνό της Μουργκάνας, όπου συλλέγεται νερό με υδρομάστευση και τροφοδοτεί όλο το χωριό. Εκεί υπήρχε μια αγριοκερασιά, από την οποία πήρε το όνομα η τοποθεσία.
  18. **Γκίνικα**: Τοποθεσία ανατολικά της Κερασιάς, με τρεχούμενο νερό που επίσης τροφοδοτεί το Βαβούρι.
  19. **Γκούλιαρας**: Κτηματικές περιουσίες καλλιεργήσιμες επί πολλά χρόνια. Το όνομα δόθηκε λόγω του ανώμαλου εδάφους, καθώς «γκούλιαρας» σημαίνει κούνιες.
  20. **Παζαρόπουλο**: Τοποθεσία δυτικά του Αγίου Αθανασίου, πιθανώς ονομασμένη από κάποιο παζάρι που γινόταν κατά την εορτή του Αγίου Αθανασίου.
  21. **Παλιόμυλος**: Περιοχή νοτιοανατολικά του χωριού, κοντά στη συμβολή «Σπίτα» και «Κρανιές του λάκκου». Ίσως υπήρχε κάποτε μύλος εκεί.
  22. **Ψωριάρα**: Πάνω από τις «Κρανιές του Λάκκου», υψώνεται ένας απότομος και γυμνός βράχος, πλούσιος σε «γκασέλια» (σαλιγκάρια) τις βροχερές ημέρες.
  23. **Λίσβας**: Τοποθεσία όπου βρίσκεται σήμερα το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Τόπος περιπάτου για τους χωριανούς και τους μαθητές του δημοτικού σχολείου. Η ονομασία δόθηκε λόγω του άγονου εδάφους. 
  24. **Βλάση**: Λόφος πάνω από τις τοποθεσίες «Παζαρόπουλο» και «Γκούλιαρα». Οι κάτοικοι καλλιεργούσαν αμπέλια και άλλα οπωροφόρα δέντρα. Τις πρωινές ώρες, η τοποθεσία μοσχοβολάει. 

Ήθη & Έθιμα

Πανυγήρια

Τα πανυγήρια για τους Βαβουριώτες έδιναν ιδιαίτερο τόνο στη ζωή τους ειδικά για τους ξενιτεμένους. Κάθε πανυγρισμός συγκέντρωνε μεγάλο αριθμό άσχετα τον λόγο τελέσεώς του.

Πανηγύρια στο χωριό Βαβούρι γινόντουσαν:

1. Οικογενειάκα

Το μεγαλύτο οικογενειακό πανηγύρι ήταν του Αγίου Δημητρίου όπου η προετοιμασία ξεκινούσε 3-4 ημέρες πριν. Οι νοικοκυρές ασχολιόντουσαν με την καθαριότητα του σπιτιού, τα φαγητά, τα γλυκά και το ζήμωμα του ψωμιού. Στο συγκεκριμένο πανηγύρι συμμετείχε το 50% των κατοίκων του χωριού.

Το πανυγήρι των Ταξιαρχών: Με το ίδιο ακριβώς τρόπο τελούνταν το πανηγύρι των Ταξιαρχών όπου συμμετείχε το 30% των κατοίκων του χωριού.

Το πανυγήρι του Αγίου Νικολάου: Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο γιορτάζονταν και αυτό το πανηγύρι και οι νοικοκυρές των κατοίκων μαγείρευαν την περίφημη φασολάδα ή παστάλιας το φούρνο.

Τα τρία αυτά πανηγύρια υπήρξαν τα μεγαλύτερα της κοινότητας Βαβουρίου

2. Σε ονομαστικές εορτές

3. Το Πανηγύρι του Αγίου Αθανασίου που εορτάζεται την πρωτομαγιά  (διαβάστε περισσότερα)

4. Το Πανηγύρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που εορτάζεται στις 14 Αυγούστου. (διαβάστε περισσότερα)

5. Το Αντάμωμα των Ξενιτεμένων την 1η Κυριακή μετά της 15 Αυγούστου. (διαβάστε περισσότερα)

Τα Έθιμα του Γάμου

Ο γάμος κανονιζόταν από τους δύο συμπέθερους και συνήθως γινόταν Κυριακή. Λόγω προκαταλήψεων, δεν επιτρεπόταν ο γάμος μεταξύ πρώτων ή δεύτερων ξαδέλφων, ενώ τα τρίτα ξαδέλφια μπορούσαν να παντρευτούν μόνο με άδεια του Δεσπότη. Επιπλέον, δύο αδέλφια δεν μπορούσαν να παντρευτούν τον ίδιο χρόνο, ειδικά την ίδια ημέρα. Οι γάμοι σε δίσεκτο έτος επίσης αποφεύγονταν.

Μεγάλη σημασία δινόταν στο ράψιμο των ρούχων και ιδιαίτερα στο νυφικό. Η ενδυμασία της νύφης αποτελούνταν από ένα κατηφένιο κόκκινο βυσσινή «αντερί», το κεντητό «γελέκι» και το πολυκεντημένο «σιγκούνι», το οποίο ήταν το πιο εντυπωσιακό κομμάτι της νυφικής ενδυμασίας. Το κέντημα των ρούχων της νύφης απαιτούσε μεγάλη τέχνη και μπορούσε να το κάνει μόνο λίγοι ειδικοί.

1. Προετοιμασία Γάμου

Την τελευταία εβδομάδα πριν από τον γάμο, το σπίτι της νύφης γέμιζε με γλέντια και χαρές, καθώς ήταν οι τελευταίες ημέρες της νύφης στο πατρικό της. Η ετοιμασία της προίκας συνοδευόταν από τραγούδια, καθώς τα ρούχα σιδερώνονταν, διπλώνονταν και τοποθετούνταν στο ξύλινο σεντούκι με τα όμορφα σκαλιστά σχέδια.

Οι κοπέλες βοηθούσαν στο καθάρισμα, στο ασβέστωμα, στο σφουγγάρισμα και σε άλλες δουλειές του σπιτιού. Οι νοικοκυρές ζύμωναν και ετοίμαζαν τα ψωμιά. Σημειώνεται ότι οι κοπέλες που αναλάμβαναν αυτές τις εργασίες έπρεπε να έχουν ζωντανούς και τους δύο γονείς τους.

Παράλληλα, στο σπίτι του γαμπρού γινόντουσαν μεγάλες προετοιμασίες για το μεγάλο τραπέζι που θα ακολουθούσε μετά τον γάμο. Εκεί, κοπέλες (που δεν ήταν χήρες) αναλάμβαναν όλες τις απαραίτητες δουλειές με τραγούδια και χαρές.

Δύο ημέρες πριν από τον γάμο, έφερναν από την εκκλησία το «Μπαργιάκι», που ήταν σημείο στολισμένο με δάφνη και τρία πορτοκάλια ή μήλα. Το «Μπαργιάκι» το έστηναν στην αυλόπορτα του σπιτιού ή σε κάποιο μπαλκόνι, ώστε να φαίνεται. Το στήσιμο αυτό ήταν σύμβολο χαράς.

Οι προσκλήσεις για τον γάμο δεν γίνονταν γραπτώς, αλλά 2-3 κορίτσια αναλάμβαναν την προφορική πρόσκληση, προσκαλώντας τους καλεσμένους με λόγια και τραγούδια.

2. Η ετοιμασία της νύφης

Το Σάββατο, η νύφη ξεκινούσε να ετοιμάζεται για τη μεγάλη μέρα. Σύμφωνα με το έθιμο, η νονά της πήγαινε ζαχαρωμένες τηγανίτες για να τη λούσει και να της δώσει την ευχή της. Δύο με τρία κορίτσια πήγαιναν στις βρύσες για να φέρουν το «άκριτο νερό», και στη διαδρομή δεν μιλούσαν σε κανέναν, τηρώντας τη σιωπή.

Στην κουζίνα του σπιτιού, γινόταν το λούσιμο και το χτένισμα της νύφης υπό τους ήχους των τραγουδιών, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα γεμάτη συγκίνηση και χαρά.

3. Η μέρα του γάμου

Από το μεσημέρι άρχιζε το στόλισμα της νύφης από εξειδικευμένες γυναίκες, και κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας τραγουδούσαν παραδοσιακά τραγούδια. Πριν το στόλισμα, οδηγούσαν τη νύφη στο «εικόνισμα» του σπιτιού για να προσευχηθεί. Εκεί, η νύφη έκανε το σταυρό της, τρεις μετάνοιες και ζητούσε τη χάρη και την ευλογία του Θεού. Στη συνέχεια, η νύφη φιλούσε το χέρι των γονιών της για να λάβει και τη δική τους ευχή.

4. Το ψίκι

Όταν ο γαμπρός αποχωρούσε από το σπίτι του, έριχναν μια ντουφεκιά για να σημάνουν το ξεκίνημα της πομπής. Μπροστά πήγαιναν δύο ομάδες, μία με άνδρες και μία με γυναίκες που τραγουδούσαν. Ακολουθούσε ο σημαιοφόρος, μετά ο παπάς, ο δάσκαλος, ο πατέρας του γαμπρού, οι νονοί και ο προξενητής (αν ο γάμος είχε πραγματοποιηθεί με προξενιό).

Όταν η πομπή πλησίαζε στη γειτονιά της νύφης, ο γαμπρός έριχνε δεύτερο πυροβολισμό, στον οποίο απαντούσαν από το σπίτι της νύφης, δείχνοντας έτσι ότι τους περίμεναν. Στη συνέχεια, ένα παιδί έτρεχε να τους υποδεχτεί με κάποιο δώρο.

Αμέσως μετά, οι συμπέθεροι της νύφης έβγαιναν σε παράταξη υποδοχής, με πρώτο τον πατέρα της. Καθώς οι τραγουδιστές έμπαιναν στην αυλή, ο καθένας έπαιρνε τη θέση του. Ακολουθούσε ο σημαιοφόρος, έπειτα ο γαμπρός, που φιλούσε το χέρι του πεθερού για να πάρει την ευχή του. Στο κατώφλι της εξώπορτας περίμενε η μητέρα της νύφης. Ο γαμπρός έμπαινε στο σπίτι με το δεξί πόδι και προχωρούσε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η νύφη.

Ακολουθούσε το «πόδεμα» της νύφης με τα τσαρούχια και τα νυφιάτικα δώρα από τον γαμπρό, στα οποία υπήρχε χρυσό ή ασημένιο κόσμημα. Μετά, τα προικιά φορτώνονταν σε άλογα, και η πιο γερή κοπέλα ζαλωνόταν το σεντούκι. Η νύφη έβγαινε στην αυλή, όπου την περίμενε η πομπή, απολαμβάνοντας τις τελευταίες στιγμές στο πατρικό της σπίτι.

5. Η τέλεση του γάμου

Στην εκκλησία, έμπαινε πρώτος ο γαμπρός με τη δική του συνοδεία, και η νύφη έπαιρνε θέση δίπλα του, αριστερά, με τη δική της συνοδεία. Στο τραπέζι μπροστά τους υπήρχαν το Ιερό Ευαγγέλιο και τα ασημένια στέφανα, τα οποία ανήκαν στην εκκλησία.

Μετά το τέλος της τελετής, οι καλεσμένοι σχημάτιζαν έναν κύκλο και χόρευαν δύο ή τρεις γύρους έξω από την εκκλησία. Στη συνέχεια, όλοι κατευθύνονταν στο σπίτι του γαμπρού, τραγουδώντας και γιορτάζοντας την ένωση των δύο οικογενειών.

6. Τα επιστρόφια

Τα επιστροφή γινόντουσαν 3-4 ημέρες μετά το γάμο και αποτελούσαν το δεύτερο μεγάλο γλέντι στο σπίτι της νύφης, όπου γινόταν η πρώτη επίσκεψη του ζευγαριού στο πατρικό της. Ο πατέρας της νύφης καλούσε συγγενείς και φίλους, ενώ ο πατέρας του γαμπρού πρόσφερε προσκλήσεις στους δικούς του.

Σημαντικό σημείο ήταν ότι από το σόι του γαμπρού έπρεπε να είναι μονός αριθμός καλεσμένων, εκτός από το 13 και το 29, που θεωρούνταν γούρικοι. Το γλέντι στα επιστροφή κρατούσε μέχρι το πρωί, γεμάτο τραγούδια και χαρές, γιορτάζοντας τη νέα ζωή του ζευγαριού. 

Οι ασχολίες των κατοίκων

Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων του Βαβουρίου ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία. Το χωριό διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες εκτάσεις καλλιεργίσιμης γης στην περιοχή. Οι Βαβουριώτες καλλιεργούσαν αμπέλια, δημητριακά και σιτάρι, ενώ πολλοί εξ αυτών είχαν γίδια και πρόβατα.

Ένα από τα πιο σημαντικά επαγγέλματα ήταν αυτό του «καλατζή» ή «γανωματή». Το Βαβούρι διακρινόταν σε αυτό το επάγγελμα, καθώς οι καλύτεροι καλατζήδες προέρχονταν από το χωριό.

Η τέχνη του γανώματος αφορά την κάλυψη των χάλκινων σκευών με καλάι, προκειμένου να αποφευχθούν οι επικίνδυνες δηλητηριάσεις από τα αγάνωτα σκεύη. Κατά τη διαδικασία του γανώματος, το καλάι λιώνει στη φωτιά και ρίχνεται στην εσωτερική επιφάνεια του χάλκινου σκεύους, εξασφαλίζοντας την ασφάλεια στη χρήση του.

Η ζωή στο χωριό την περίοδο 1940 – 1950

Η ζωή στο χωριό του Βαβουρίου βίωσε σημαντικές αλλαγές από τις 28 Οκτωβρίου 1940, με την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Η μαύρη σκιά της Ιταλογερμανικής κατοχής έφερε οικονομική καταστροφή για πολλές οικογένειες στο Βαβούρι. Νέα παιδιά του χωριού που συμμετείχαν στον πόλεμο δεν επέστρεψαν ποτέ, και η ζωή από το 1941 έως το 1944 ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Οικονομικοί πόροι ήταν σπάνιοι, ενώ οι πόροι από τη γεωργία και την κτηνοτροφία εξαντλούνταν, οδηγώντας τις οικογένειες σε ανταλλαγή αγαθών για επιβίωση.

Ευτυχώς, η αλληλοενίσχυση μεταξύ των οικογενειών του Βαβουρίου και η πλούσια γεωργική παραγωγή απέφεραν μιαν αποφυγή της πείνας. Ο πληθυσμός του χωριού κυμάνθηκε γύρω από τους 900 κατοίκους μέχρι το 1948, όταν ξέσπασε ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος. Πολλοί Βαβουριώτες εγκατέλειψαν το χωριό τότε, μερικοί μετακινούμενοι σε άλλα μέρη, κυρίως εκτός της Ηπειρώτικης περιοχής, ενώ περίπου 400 παρέμειναν αντιμέτωποι με τις πιο δύσκολες στιγμές τους, κυρίως γυναίκες και παιδιά.

Πολλοί άνθρωποι συνελήφθησαν ή σκοτώθηκαν, και πολλοί ακόμα εγκαταλείφθηκαν ως πρόσφυγες προς τη Ρωσία, την Ουγγαρία, την Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία και τη Ρουμανία. Το Βαβούρι έπεσε σε σιγή και τα σπίτια του έμειναν ερειπωμένα. Στη συνέχεια, έγιναν μεγάλες προσπάθειες για την επιστροφή όλων των προσφύγων, αλλά η πλειοψηφία τους δεν επέστρεψε ποτέ στο χωριό.

Απογραφές Πληθυσμού

Responsive Table
Απογραφή18951913192819401951196119711981199120012011
Πληθυσμός883103462954825125911431093923

Η ζωή μετά την περίοδο του πολέμου και το σήμερα

Μετά τις δύσκολες περιόδους που βίωσε το χωριό μας, οι Βαβουριώτες κατέβαλαν σημαντικές προσπάθειες για να ανασυγκροτήσουν τη γενέτειρά τους. Κεντρικός παράγοντας αυτής της ανασύνθεσης ήταν οι Σύλλογοι και Αδελφότητες Βαβουριωτών στην Αθήνα και την Αμερική, οι οποίοι με τη γενναιοδωρία τους συνέβαλαν στην ανανέωση του χωριού.

Το σημερινό Βαβούρι δεν μοιάζει σε τίποτα με αυτό που περιγράφηκε παραπάνω. Είναι ένα χωριό με μοναδική φυσική ομορφιά που προσφέρει ηρεμία σε κάθε επισκέπτη του. Σήμερα, οι μόνιμοι κάτοικοι αριθμούν μόλις 10 άτομα. Πολλοί Βαβουριώτες έχουν εγκατασταθεί σε όλο τον κόσμο, με τους περισσότερους να ζουν μόνιμα στην Αθήνα και να διαχειρίζονται τις δικές τους επιχειρήσεις. Ωστόσο, η καταγωγή τους εξακολουθεί να είναι ζωντανή στη μνήμη τους, καθώς επισκέπτονται το χωριό τους τακτικά κατά τη διάρκεια του χρόνου.

Ακόμα και σήμερα, η συνεισφορά των Βαβουριωτών είναι πολύτιμη, καθώς με προσωπικό χρόνο και οικονομικές προσπάθειες προσπαθούν να διατηρήσουν το Βαβούρι ζωντανό και φιλόξενο.